Μαζωτός: ένα έργο Αφαλάτωσης που μυρίζει Αυθαιρεσία, Οικολογική Τύφλωση και Πολιτικό Εκβιασμό
Η κυβέρνηση διακήρυξε ότι «έλυσε το υδατικό». Στον Μαζωτό, όμως, αυτό που προωθεί δεν μοιάζει με λύση αλλά με ένα πανάκριβο, περιβαλλοντικά επικίνδυνο και πολιτικά επιβεβλημένο έργο που έχει ξεσηκώσει μια ολόκληρη κοινότητα. Το παρόν άρθρο φωτίζει όσα επιχειρεί να κρύψει η επίσημη αφήγηση: τις εσφαλμένες εντυπώσεις που δημιουργήθηκαν για τις αφαλατώσεις, τις σοβαρές επιστημονικές ενστάσεις για την Πετούντα, το τεράστιο ενεργειακό και οικονομικό κόστος, και την αίσθηση ότι το κράτος δεν πάει να λύσει το πρόβλημα του νερού, αλλά να επιβάλει μια νέα πληγή στον τόπο.
Αντριανός Χαραλάμπους
6/12/20261 min read


του Αντριανού Χαραλάμπους
Τον Απρίλιο του 2025 ο Νίκος Χριστοδουλίδης δήλωνε ότι «έλυσε το υδατικό» με την έλευση 15 κινητών μονάδων αφαλάτωσης από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, οι οποίες προβλήθηκαν ως άμεση (και δωρεάν;) ενίσχυση της υδροδότησης της χώρας. Όμως πάνω από ένα χρόνο αργότερα, η εικόνα που καταγράφεται στα ίδια τα δημοσιεύματα είναι πολύ πιο περιορισμένη: η πρόσθετη ενίσχυση που προβλήθηκε ήταν 15.000 κυβικά μέτρα ημερησίως, ενώ μέχρι τις αρχές του 2026 αρκετές από τις νέες ή προσωρινές μονάδες παρέμεναν ακόμη σε στάδιο υλοποίησης και μόλις τον Απρίλιο του 2026 καταγράφηκε πλήρης λειτουργία μονάδας στο λιμάνι Λεμεσού με παραγωγή 10.000 κ.μ. ημερησίως. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση δεν έλυσε το υδατικό· περισσότερο επιχείρησε να κερδίσει πολιτικό χρόνο παρουσιάζοντας ως οριστική λύση μια αποσπασματική, μεταβατική και περιορισμένης απόδοσης διαχείριση της κρίσης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να διαβαστεί και η περίπτωση του ακρωτηρίου Πετούντας στον Μαζωτό, όπου η κυβέρνηση προωθεί μια νέα μονάδα αφαλάτωσης με δυναμικότητα έως 40.000 κυβικών μέτρων ημερησίως και με κόστος που σε δημοσιεύματα συνδέεται με ποσό 85 εκατομμυρίων ευρώ. Αντί όμως το κράτος να παρουσιάσει ένα ώριμο, αδιαμφισβήτητο και κοινωνικά νομιμοποιημένο σχέδιο, έχει ήδη βρεθεί απέναντι σε μια οργανωμένη τοπική αντίδραση, σε αιτήματα ανάκλησης της απόφασης, σε δημόσιες διαμαρτυρίες και σε αναφορές ακόμη και για δικαστική προσφυγή. Έτσι, ο Μαζωτός δεν εμφανίζεται ως παράδειγμα επιτυχημένης υδατικής πολιτικής, αλλά ως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ενός κράτους που, ενώ απέτυχε να δώσει έγκαιρες και επαρκείς λύσεις στο υδατικό, επιχειρεί τώρα να επιβάλει μια ακριβή και βαθιά αμφισβητούμενη ανάπτυξη σε μια περιβαλλοντικά ευαίσθητη περιοχή.
Η Κύπρος χρειάζεται λύσεις για τη λειψυδρία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε έργο αφαλάτωσης είναι αυτομάτως και ορθό, ούτε ότι το κράτος δικαιούται να βαφτίζει «αναγκαίο» ένα έργο που συγκεντρώνει τόσες σοβαρές ενστάσεις ως προς το περιβάλλον, το κόστος, τη χωροθέτηση και τη δημοκρατική του νομιμοποίηση. Στην περίπτωση του Μαζωτού, και ειδικότερα της περιοχής του ακρωτηρίου Πετούντας, δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική διαφωνία. Πρόκειται για μια υπόθεση που έχει εξελιχθεί σε σύγκρουση ανάμεσα σε μια τοπική κοινωνία που υπερασπίζεται τον τόπο της και σε ένα κράτος που δείχνει αποφασισμένο να προχωρήσει, ακόμη κι αν χρειαστεί να αγνοήσει την κοινότητα, να υποβαθμίσει το οικοσύστημα και να παρουσιάσει ως μονόδρομο μια επιλογή που κάθε άλλο παρά μονόδρομος είναι.
Ο κυβερνητικός σχεδιασμός για τον Μαζωτό έχει παρουσιαστεί δημόσια ως τετελεσμένο γεγονός. Την ίδια ώρα, η υπόθεση έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην κοινότητα, δημόσιες διαμαρτυρίες, αιτήματα ανάκλησης της απόφασης και αναφορές ακόμη και σε δικαστική προσφυγή. Αυτό από μόνο του θα έπρεπε να είχε οδηγήσει σε ουσιαστική επανεξέταση του έργου. Αντί γι’ αυτό, η εικόνα που προκύπτει είναι πως πρώτα προχώρησαν οι αποφάσεις και μετά, όταν η τοπική αντίδραση έγινε αδύνατο να αγνοηθεί, το Υπουργείο θυμήθηκε ότι υπάρχουν και άμεσα επηρεαζόμενοι πολίτες.
Η Επιστημονικά Υποστηριζόμενη Αντίδραση της Κοινότητας
Η κοινότητα Μαζωτού καταγγέλλει ότι η περιβαλλοντική μελέτη που παρουσιάστηκε από τα αρμόδια τμήματα του Υπουργείου Γεωργίας είναι ελλιπής. Και δεν το καταγγέλλει αφηρημένα ή συνθηματολογικά. Αντίθετα, σύμφωνα με όσα προβάλλονται από την κοινότητα και από ανεξάρτητους ερευνητικούς φορείς που εξέτασαν την περιοχή, ο βυθός δεν είναι ο «αμμώδης» και σχεδόν άδειος χώρος που περιγράφεται από την κρατική αφήγηση, αλλά ένα περιβάλλον με εκτεταμένα λιβάδια ποσειδωνίας και πολύ πλουσιότερη θαλάσσια ζωή από εκείνη που αποτυπώθηκε στην επίσημη καταγραφή. Αν πράγματι ισχύει ότι η κρατική καταγραφή περιορίστηκε ουσιαστικά σε ένα είδος, ενώ ανεξάρτητοι μελετητές εντόπισαν 77 είδη μέσα σε μόλις δύο ώρες έρευνας με τρεις δύτες, τότε δεν μιλάμε για μια μικρή τεχνική απόκλιση. Μιλάμε για ενδεχόμενη θεμελιώδη αποτυχία αποτύπωσης της πραγματικής οικολογικής αξίας της περιοχής.
Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Η ποσειδωνία δεν είναι «λίγα φυτά στον βυθό», ώστε να παρακάμπτεται σαν ενοχλητική λεπτομέρεια σε ένα διοικητικό έγγραφο. Η Posidonia oceanica θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια οικοσυστήματα της Μεσογείου, καθώς στηρίζει υψηλή βιοποικιλότητα, λειτουργεί ως φυτώριο και καταφύγιο για πολλά είδη, σταθεροποιεί τα ιζήματα, περιορίζει τη διάβρωση των ακτών και δρα ως σημαντική δεξαμενή άνθρακα. Με απλά λόγια, τα λιβάδια ποσειδωνίας είναι ζωντανές υποδομές της θάλασσας: προστατεύουν τις ακτές, συντηρούν τροφικές αλυσίδες και ενισχύουν την ανθεκτικότητα του παράκτιου οικοσυστήματος. Αν λοιπόν το κράτος επιχειρεί να χωροθετήσει ένα βιομηχανικό έργο σε τέτοια περιοχή, το βάρος της απόδειξης δεν πέφτει στην κοινότητα που αντιδρά, αλλά στο ίδιο το κράτος που οφείλει να αποδείξει με πλήρη, σοβαρή και ανεξάρτητα ελεγχόμενη μελέτη ότι δεν οδηγεί σε ανεπανόρθωτη βλάβη.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο επειδή η αφαλάτωση δεν είναι μια «ουδέτερη» τεχνολογία. Ακόμη και όπου χρειάζεται, έχει πραγματικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, ιδίως όταν συνοδεύεται από θαλάσσιους αγωγούς, εκσκαφές και απόρριψη άλμης. Σε σχετική δημόσια αναφορά για τη διαδικασία επισημάνθηκε ότι για κάθε ένα λίτρο πόσιμου νερού μπορεί να παράγεται περίπου 1,5 λίτρο άλμης. Αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση δεν αφορά μόνο την εγκατάσταση της μονάδας στην ξηρά, αλλά και τις θαλάσσιες συνέπειες ενός έργου που θα παρεμβαίνει μόνιμα σε μια ήδη ευαίσθητη περιοχή. Ταυτόχρονα, με την επικέντρωση στο θέμα της άλμης, παραμερίζονται άλλα σοβαρά ζητήματα καταστροφής του βυθού, που θα προκύψουν κατά της εργασίες τοποθέτησης της πλατφόρμας αφαλάτωσης με άγκυρες και τσιμεντομπλόκ και την ανάπτυξη των αγωγών. Και αν τελικά αληθεύει ότι αυτή θα είναι μια κινητή μονάδα - κάτι που δεν φαίνεται να συνάδει με τις υποδομές που προετοιμάζονται, αλλά και με την κίνηση απαλλοτρίωσης, αντί για ενοικίαση, των γεωργικών τεμαχίων που επηρεάζονται - η ζημιά αυτή θα διπλασιαστεί με την αφαίρεση της πλατφόρμας! Αν σε αυτό προστεθούν οι καταγγελίες για ανάγκη επιχωματώσεων, νέων δρόμων, βαριάς υποδομής και συνοδευτικών έργων που σε άλλες περιοχές που προτάθηκαν δεν θα χρειάζονταν, τότε η εικόνα που σχηματίζεται είναι ενός πολύ βαρύτερου έργου από όσο θέλει να παρουσιάσει η επίσημη αφήγηση. Και όλα αυτά χωρίς να συνυπολογίζονται οι οι υπόλοιπες χημικές διαρροές που θα επηρεάσουν τον αέρα, το έδαφος και το νερό στην περιοχή.
Πάνε να Λύσουν το Υδατικό και Δημιουργούν Νέα Πληγή στο Ενεργειακό
Από εκεί και πέρα, υπάρχει και το ερώτημα του ενεργιακού κόστους, το οποίο είναι εξίσου πολιτικό με το περιβαλλοντικό. Οι καταγγελίες του Κυριάκου Ταφούνα προσθέτουν μια κρίσιμη διάσταση, επειδή υποστηρίζουν ότι υπήρχε ήδη από το 2018 εναλλακτική πρόταση της ΑΗΚ για νέα μεγάλη μονάδα αφαλάτωσης στη Μονή 60.000 τόνων, καθώς και επέκταση κατά 40.000 τόνους της υφιστάμενης μονάδας στο Βασιλικό. Αντί για αξιοποίηση υφιστάμενων ενεργειακών και βιομηχανικών υποδομών, επιλέχθηκε —όπως καταγγέλλεται— μια νέα εγκατάσταση στον Μαζωτό, σε περιοχή χωρίς τις αναγκαίες έτοιμες υποδομές, με αποτέλεσμα να εκτοξεύεται το συνολικό κόστος λόγω πρόσθετων αναγκών σε αγωγούς, δίκτυα και ηλεκτροδότηση. Το επιχείρημα αυτό δεν είναι αμελητέο. Αντιθέτως, θέτει ευθέως το ερώτημα γιατί απορρίφθηκαν λύσεις που φέρονται να ήταν μεγαλύτερης δυναμικότητας και χαμηλότερου κόστους.
Ιδιαίτερα προβληματικός είναι και ο ενεργειακός χαρακτήρας της επιλογής. Η κοινότητα επιμένει ότι η μονάδα δεν προωθείται με λογική ουσιαστικής αξιοποίησης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά μέσα από ένα μοντέλο υψηλής ενεργειακής εξάρτησης, που στην πράξη συνδέεται με συμβατικά καύσιμα και πρόσθετες ενεργειακές επιβαρύνσεις. Με βάση τις καταγγελίες Ταφούνα, το έργο θα αυξήσει τις ανάγκες απορρόφησης ενέργειας από τις αφαλατώσεις από 6% σήμερα στο 10% του συνολικού αποθέματος, γεγονός που οδηγεί μαθηματικά σε blackout, αφού το σύστημα ήδη λειτουργεί στα όριά του ειδικά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες! Αυτό δεν είναι μια δευτερεύουσα τεχνική λεπτομέρεια. Η αφαλάτωση είναι διεθνώς γνωστή ως ενεργοβόρα διαδικασία, και ακριβώς γι’ αυτό η χωροθέτηση, η πρόσβαση σε υποδομές και η επιλογή ενεργειακού μοντέλου επηρεάζουν καθοριστικά τόσο το περιβαλλοντικό αποτύπωμα όσο και την τελική τιμή του νερού. Οι μονάδες αφαλάτωσης ανά το παγκόσμιο λειτουργούν κατά βάση με ηλιακή και παλιρροϊκή ενέργεια, με ουσιαστικά μηδενικό περιβαλλοντικό και πολύ περιορισμένο σε υποδομές και συντήρηση κόστος. Όταν, αντί για μια λύση ενσωματωμένη σε ήδη ανεπτυγμένη βιομηχανική ή ενεργειακή ζώνη, προωθείται μια χωροθέτηση που απαιτεί επιπλέον δρόμους, καύσιμα, παρεμβάσεις και βαριά υποστήριξη, ο σχεδιασμός αυτός δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως αυτονόητα ορθολογικός.
Ο Κούκος Αηδόνι και Αν Βρείτε Ποιος θα τον Πληρώσει…
Οι επικριτές του έργου προχωρούν ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι το νερό από την αφαλάτωση στον Μαζωτό μπορεί να φτάσει μέχρι και τα 2,5 ευρώ ανά τόνο. Ανεξάρτητα από το αν αυτή η ακριβής τιμή θα επιβεβαιωθεί τελικά, είναι γεγονός ότι διεθνείς αναφορές για μονάδες αφαλάτωσης με αντίστροφη ώσμωση δείχνουν σε πολλές περιπτώσεις αρκετά χαμηλότερο κόστος, συχνά σε εύρη γύρω από 0,5 έως 1 ευρώ ανά κυβικό μέτρο, ενώ σε ορισμένες πολύ ευνοϊκές συνθήκες έχουν αναφερθεί ακόμη χαμηλότερες τιμές (μόλις 34σεντ στα ΗΑΕ). Αν λοιπόν στο Μαζωτό η παραγόμενη τιμή νερού αποδειχθεί τόσο υψηλή όσο υποστηρίζουν οι επικριτές, τότε δεν θα πρόκειται απλώς για ακριβή λύση, αλλά για επιλογή οικονομικά δυσανάλογη σε σχέση με διεθνή σημεία αναφοράς. Και αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν το ίδιο έργο βαραίνει και με ισχυρές περιβαλλοντικές αμφισβητήσεις.
Πού θα καταλήξουμε; Εκεί που όλοι όσοι ασχολούνται με τα δημόσια έργα ή τις κρατικές προσφορές θα σας πουν ότι καταλήγουν τα περισσότερα: η εταιρεία θα παρουσιάσει ζημιά ή γενικά απόκλιση από την αρχική παρουσίαση του έργου και θα ζητήσει αποζημιώσεις. Δηλαδή, ο Κύπριος φορολογούμενος θα πληρώσει 85 εκατομμύρια σε έναν ιδιώτη για την ανάπτυξη, θα πληρώνει το νερό σε υπερδιπλάσια τιμή από τη μέση παγκοσμίως και στο τέλος θα κληθεί να πληρώσει και την ζημιά που πιθανώς με τα δεδομένα να προκύψει.
Η Υπουργός πρώτα Αγνόησε την Κοινότητα, μετά την Απείλησε, τώρα την Επισκέπτεται
Ακόμη πιο πολιτικά απαράδεκτο είναι το μήνυμα που, σύμφωνα με την κοινότητα, μεταφέρθηκε προς την περιοχή: ότι αν συνεχιστεί το μπλοκάρισμα του έργου, δεν θα δοθεί νερό στους γεωργούς. Αν αυτό πράγματι ειπώθηκε με αυτόν τον τρόπο, τότε δεν πρόκειται για δημόσια πολιτική αλλά για ωμό εκβιασμό. Και ο εκβιασμός γίνεται ακόμη πιο κυνικός από τη στιγμή που, όπως τονίζει η κοινότητα, οι ίδιοι οι γεωργοί της περιοχής δεν πρόκειται καν να επωφεληθούν ουσιαστικά από τη συγκεκριμένη αφαλάτωση. Έτσι, η κυβέρνηση εμφανίζεται να χρησιμοποιεί την αγωνία του αγροτικού κόσμου όχι για να λύσει το πρόβλημά του, αλλά για να κάμψει την αντίσταση μιας κοινότητας που αρνείται να δεχθεί μια επιβλαβή ανάπτυξη στον τόπο της.
Η επικείμενη επίσκεψη της υπουργού Γεωργίας στην κοινότητα στις 15 Ιουνίου δεν αλλάζει αυτή την εικόνα· αντιθέτως την υπογραμμίζει. Όταν ένα έργο έχει ήδη προωθηθεί, όταν έχουν ήδη αποδεσμευθεί τεράστια κονδύλια και όταν η κοινότητα αισθάνεται ότι δεν υπήρξε ουσιαστική δημόσια διαβούλευση, μια καθυστερημένη επίσκεψη δεν μπορεί εύκολα να εκληφθεί ως πράξη καλής πίστης. Μοιάζει περισσότερο με κίνηση πολιτικής διαχείρισης μιας κρίσης που το ίδιο το κράτος προκάλεσε με την αλαζονεία του. Η αληθινή διαβούλευση γίνεται πριν από τις αποφάσεις, όχι όταν ο σχεδιασμός έχει σχεδόν κλειδώσει και το μόνο που απομένει είναι να καμφθούν οι αντιδράσεις.
ΝΑΙ στα Έργα με Όραμα και Ουσιαστικό Αντίκτυπο!
Το πιο ουσιαστικό ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν η Κύπρος χρειάζεται αφαλατώσεις. Προφανώς τις χρειάζεται, ως μεταβατική όμως λύση για έναν ευρύτερο σχεδιασμό! Τίθεται, σήμερα, ακόμα πιο επιτακτικά η ανάγκη για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και όχι πρόσκαιρες κινήσεις “πυροτεχνήματα”, προς την πραγματική άμβλυνση της διαχρονικής πληγής της έλλειψης νερού, που να συνάδει με τις ανάγκες του φυσικού περιβάλλοντος και της κοινωνίας. Το ερώτημα είναι γιατί επιλέγεται ο Μαζωτός, όταν όλα δείχνουν —σύμφωνα με την κοινότητα και τους ανεξάρτητους ερευνητές— ότι υπάρχουν καταλληλότερες περιοχές με μικρότερη οικολογική ζημιά, χαμηλότερο ενεργειακό κόστος και λιγότερες συγκρούσεις με τον τουρισμό, το τοπικό περιβάλλον και άλλες ευαισθησίες της περιοχής. Το κράτος επικαλείται ανάγκη, αλλά η ανάγκη δεν ακυρώνει την υποχρέωση λογοδοσίας. Αντιθέτως, όσο πιο επείγον είναι ένα έργο, τόσο πιο αυστηρά πρέπει να ελέγχεται η ορθότητα των επιλογών του.
Στον Μαζωτό, η τοπική κοινωνία δεν αντιδρά επειδή αρνείται κάθε λύση. Αντιδρά επειδή θεωρεί ότι αυτό το συγκεκριμένο έργο είναι λάθος έργο, σε λάθος τόπο, με λάθος όρους. Και όσο το κράτος επιμένει να αντιμετωπίζει την κοινότητα ως εμπόδιο αντί ως άμεσα επηρεαζόμενο υποκείμενο με δικαίωμα λόγου, τόσο θα ενισχύεται η πεποίθηση ότι πίσω από την υπόθεση αυτή δεν υπάρχει μόνο διοικητική προχειρότητα, αλλά μια βαθύτερη κουλτούρα αυθαιρεσίας και ενδεχόμενης διαπλοκής (ποιος εκπλήσσεται;). Ο Μαζωτός δεν είναι κενό σημείο στον χάρτη. Είναι κοινότητα, ακτογραμμή, θαλάσσιος πλούτος και ζωντανός τόπος. Και δεν παραδίδεται αμαχητί.
